ἅπτω

ἅπτω
ἅπτω (aor. ἅψαι: med. ἅπτομαι, -εται, -όμεσθα, -ονθ; -όμεναι)
a act., kindle met.

προφρόνων Μοισᾶν τύχοιμεν, κεῖνον ἅψαι πυρσὸν ὕμνων καὶ Μελίσσῳ I. 4.43

b med.,
I abs., touch met. αἱ δὲ σοφαὶ Μοισᾶν θύγατρες ἀοιδαὶ θέλξαν νιν (= πόνους) ἁπτόμεναι with their touch N. 4.3
II c. dat., attain to ὅσαις δὲ βροτὸν ἔθνος ἀγλαίαις ἁπτόμεσθα (Tric.: ἁπτόμεθα codd.) P. 10.28

ἀνορέαις δ' ἐσχάταισιν οἴκοθεν στάλαισιν ἅπτονθ Ἡρακλείαις I. 4.12

III c. gen., clasp, embrace

ἱκέτας Αἰακοῦ σεμνῶν γονάτων πόλιός θ' ὑπὲρ φίλας ἀστῶν θ ὑπὲρ τῶνδ ἅπτομαι N. 8.14

met.,

Θήρων ἅπτεται οἴκοθεν Ἡρακλέος σταλᾶν O. 3.43

ψευδέων δ' οὐχ ἅπτεται sc. Apollo P. 3.29 ὄψον δὲ λόγοι φθονεροῖσιν, ἅπτεται δ' ἐσλῶν ἀεί, χειρόνεσσι δ οὐκ ἐρίζει (sc. φθόνος) N. 8.22

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅπτω — fasten pres subj act 1st sg ἅπτω fasten pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπτω — (νεοελλ. άφτω) ἅπτω (AM), άπτομαι (AM ἅπτομαι) ( ω) ανάβω κάτι νεοελλ. 1. ανάβω, καίγομαι 2. ανάβω, εξάπτομαι αρχ. 1. φρ. «χορὸν ἅψωμεν» ας αρχίσουμε τον χορό 2. προσαρμόζω (νέα χορδή στη λύρα) ( ομαι) νεοελλ. 1. έχω κάποια σχέση, πλησιάζω 2. φρ …   Dictionary of Greek

  • ἁπτῷ — ἁπτός tangible masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅψει — ἅπτω fasten aor subj act 3rd sg (epic) ἅπτω fasten fut ind mid 2nd sg ἅπτω fasten fut ind act 3rd sg ἅ̱ψει , ἅπτω fasten futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἅ̱ψει , ἅπτω fasten futperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἅψις touching fem nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅψῃ — ἅπτω fasten aor subj mid 2nd sg ἅπτω fasten aor subj act 3rd sg ἅπτω fasten fut ind mid 2nd sg ἅ̱ψῃ , ἅπτω fasten futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἅ̱ψῃ , ἅπτω fasten futperf ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἅψηι , ἅψις touching fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁψόμενον — ἅπτω fasten fut part mid masc acc sg ἅπτω fasten fut part mid neut nom/voc/acc sg ἁ̱ψόμενον , ἅπτω fasten futperf part mp masc acc sg (doric aeolic) ἁ̱ψόμενον , ἅπτω fasten futperf part mp neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅπτον — ἅπτω fasten pres part act masc voc sg ἅπτω fasten pres part act neut nom/voc/acc sg ἅπτω fasten imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἅπτω fasten imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅψαι — ἅπτω fasten perf ind mp 2nd sg (doric ionic aeolic) ἅπτω fasten aor imperat mid 2nd sg ἅπτω fasten aor inf act ἅψαῑ , ἅπτω fasten aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἥφθην — ἅπτω fasten plup ind mp 3rd dual (attic epic doric ionic aeolic) ἅπτω fasten plup ind mp 3rd dual (attic epic ionic) ἅπτω fasten aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἅπτω fasten aor ind pass 1st sg (attic epic ionic) ἕπομαι aor ind …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁψόμεθα — ἅπτω fasten aor subj mid 1st pl (epic) ἅπτω fasten fut ind mid 1st pl ἁ̱ψόμεθα , ἅπτω fasten futperf ind mp 1st pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅπτῃ — ἅπτω fasten pres subj mp 2nd sg ἅπτω fasten pres ind mp 2nd sg ἅπτω fasten pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”